Πέρασε τόσος καιρός από πάνω μου. Ο χρόνος ξέχασε πώς να με αγκαλιάζει και τα δευτερόλεπτα από ήχος έγιναν εικόνες και μετά αντικείμενα, χρυσά και ασημένια καμπανάκια κάτω από το δέρμα μου. Τόσος καιρός. Ξέχασα πώς είναι να κουβαλάς νερό για να γεμίζεις τις καταιγίδες σου, πώς είναι να ξεφλουδίζουν ο ήλιος και τα καλοκαίρια από πάνω σου.
Μα πέρασε άτονα και αυτή η μπόρα έτσι δεν είναι?
Όλα περνάνε, όλες περνάνε. Με κουδουνάκια και αέρηδες να λυσσομανάνε και την καρδιά να φτερουγίζει σε μέρη πέρα από τον καθρέφτη. Όλα περνάνε. Και τώρα που βγήκε ήλιος έμεινα σε δύο κομμάτια. Ένα κομμάτι μου έμεινε για πάντα στο δρόμο να περιμένει πότε θα αναθαρρέψω για να πω την ιστορία μου. Ένα άλλο κομμάτι μου εξατμίστηκε από την αναπάντεχη θερμότητα, πλανιέται πάντα στον αέρα, ανάμεσα στα σύννεφα. Είμαι εγώ και Είναι η ψυχή μου. Είναι ο χρόνος που ξέχασε να με αγκαλιάζει, είμαι εγώ που με τρομάζω, είναι ο ήχος από τα καμπανάκια στη λιακάδα.
Δεν μπορώ να περιμένω να με φέρει πίσω η βροχή.
Πέρασε τόσος καιρός πριν καταφέρω να μιλήσω. ‘Όλα μοιάζουν ανούσια και ταυτόχρονα τόσο αγαπημένα, τόσο ξένα σαν να ήτανε κάποτε πολύ δικά μου. Ξεχνάω γιατί προσπαθούσα να μιλήσω μα μου αρκεί η αίσθηση που αφήνουν η ομιλία και τα πεφταστέρια στη γλώσσα μου. Καίγομαι μα νιώθω τη μουσική να με συντροφεύει σε περιπέτειες που πανούργες καρδιές έπλεξαν σε μια στιγμή άδεια. Νιώθω τους στίχους να γαργαλάνε τα σκουριασμένα μου δάχτυλα και να παρακαλάνε το νερό να ανθίσει. Νιώθω τις νότες να φιλάνε τα μάτια μου για να πέσει το νερό και να φέρει πίσω ό, τι αγάπησαν.
Πέρασε τόσο καιρός πριν μάθω να χάνω.
Να χάνομαι…





